ἀντηρίς

ἀντηρίς, -ίδος
Grammatical information: f.
Meaning: `prop, support' (E.).
Other forms: ἀντήριος στήμων, καὶ κανὼν ὁ προσκείμενος τῃ̃ θύρᾳ H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Back-formation from ἀντερείδω `set against' with lengthening of the initial vowel of the verbal stem; reshaped after the suffix -ιδ- (as in ἐγκρίς); Strömberg Wortstudien 14f. (who derives ἐγκρίς wrongly from ἐγκρίνω), Szemerényi Syncope 143. For the formation in -ιος cf. παγίς : πάγιος, βωμίς : βώμιος.
Page in Frisk: 1,113

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀντηρίς — prop fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδα — ἀντηρίς prop fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδας — ἀντηρίς prop fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδες — ἀντηρίς prop fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδος — ἀντηρίς prop fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίδων — ἀντηρίς prop fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίσι — ἀντηρίς prop fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντηρίσιν — ἀντηρίς prop fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • утлый — I утлый I, укр. вутлый, др. русск. утьлъ дырявый утьлина, утьлизна трещина , ст. слав. ѫтьлъ τετρημένος, ἀνεπιτήδειος, παραλελυμένος (Супр.), сербохорв. диал. у̏тал дырявый , словен. vȯtǝl, род. п. tlа полный , чеш. utly утлый, хрупкий , слвц.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • рель — I I, род. п. и перекладина; козлы; гребень, гряда; виселица , с. в. р., вост. русск. (Даль), также шест , мн. рели качели , ряз. (Даль), воронежск. (ЖСт., 15, 1, 121), релья ж. качели , ряз. (Даль), укр. реля ж. качели , обычно мн. релi.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • αντηρίδα — η (AM ἀντηρίς) νεοελλ. 1. δοκός ή άλλη ανάλογη κατασκευή (ξύλινη, πέτρινη, μεταλλική) που χρησιμεύει ως στήριγμα στις εκσκαφές και στην οικοδομική 2. εσωτερικό ενισχυτικό στήριγμα, που προεξέχει από την όψη ενός τοίχου και χρησιμεύει είτε για την …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.